ἔθνος


ἔθνος
τὸ ἔθνος, ους 1. народ (как племенная и кулътурная общность); (ср. этнография, этнология); 2. социальная группа, сословие (напр., ἔθνος γυναικῶν, δημιουργικόν и т. п.) (ср. δῆμος)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἔθνος" в других словарях:

  • έθνος — το нация …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ἔθνος — number of people living together neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έθνος — Τίτλος εφημερίδων. 1. Ημερήσια αθηναϊκή καθημερινή εφημερίδα με εκδότη τον Σπυρίδωνα Νικολόπουλο (1913), ο οποίος διετέλεσε διευθυντής της έως τον θάνατό του (1938). Έπειτα από διάφορες διακοπές της έκδοσής της, που οφείλονταν στην οξύτητα των… …   Dictionary of Greek

  • έθνος — [этнос] ουσ. о. нация, народ …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • έθνος — το ους, πληθ. η, σύνολο ανθρώπων που έχουν συναίσθηση της κοινής τους καταγωγής, κοινή ιστορία, κοινό πολιτισμό, κοινά ιδεώδη, κοινές παραδόσεις, κοινά ήθη και έθιμα και συνήθως κοινή γλώσσα και θρησκεία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἔθνει — ἔθνος number of people living together neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἔθνεϊ , ἔθνος number of people living together neut dat sg (epic ionic) ἔθνος number of people living together neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔθνη — ἔθνος number of people living together neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἔθνος number of people living together neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐθνοῖν — ἔθνος number of people living together neut gen/dat dual (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐθνέων — ἔθνος number of people living together neut gen pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐθνῶν — ἔθνος number of people living together neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔθνεα — ἔθνος number of people living together neut nom/voc/acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)